αποικία


αποικία
Στην αρχαία εποχή, α. ονομαζόταν η πόλη που χτιζόταν από κατοίκους μιας πόλης σε άλλη χώρα. Από τον 15o αι. μ.Χ., α. ονομάζεται μια περιοχή εξαρτημένη από άλλη χώρα, που εκμεταλλεύεται τους οικονομικούς κυρίως πόρους της (βλ. λ. αποικιοκρατία). (Βιολ.) Ομάδες από έμβια όντα που έχουν κοινή δομή και κοινές λειτουργίες, γεγονός που τους επιτρέπει να συγκροτούν πολυπληθείς κοινωνίες και να ζουν έτσι μαζί. Εμφανίζονται συνήθως σε υδρόβιους οργανισμούς (σπόγγοι, κοράλλια κλπ.). Οι α. διαιρούνται σε απλομορφικές, όπου όλες οι μονάδες είναι όμοιες μεταξύ τους, και πολυμορφικές, όταν υπάρχουν μικρές διαφορές μεταξύ τους και κάθε τμήμα της α. αναλαμβάνει μια συγκεκριμένη λειτουργία (αναπαραγωγή, διατροφή κλπ.) και δρα ως αυτούσιος οργανισμός. Οι πολυμορφικές α. αποτελούν το ενδιάμεσο στάδιο ανάμεσα στους μονοκύτταρους και τους πολυκύτταρους οργανισμούς. Αφετηρία στη γένεση μιας α. αποτελεί η εμφάνιση ενός ατόμου, του ωοζωιδίου, που παράγει με εκβλάστηση ένα βλαστοειδές, δηλαδή ένα σύνολο από πολλά ωοζωίδια. Το αρχικό αυτό στοιχείο επικοινωνεί –με παραφυάδες ή κοίλες ρίζες– με τα στοιχεία που παράγονται από την εκβλάστηση του αρχικού. Μέσα από αυτές τις παραφυάδες κυκλοφορούν το αίμα και οι νευρικές ίνες και συγκροτούν έτσι ένα σύνολο, την α. Με τον όρο α. αποκαλούνται επίσης και σύνολα μικροβίων που με συνεχείς πολλαπλασιασμούς συγκροτούν μία και μόνη α., η οποία είναι ορατή με γυμνό οφθαλμό. Αποτελούνται από πολλά εκατομμύρια όμοια μικρόβια. Η εξωτερική εμφάνιση της α. μπορεί να χαρακτηρίσει και το είδος του μικροβίου. Η ανάπτυξη της α. μπορεί να γίνει είτε με φυσικό πολλαπλασιασμό του αρχικού είτε με τεχνητή καλλιέργεια επάνω σε στερεό θρεπτικό μέσο.
* * *
η (AM ἀποικία) [άποικος]
πόλη που ιδρύθηκε σε ξένη χώρα από ανθρώπους που έφυγαν οριστικά απ' την πατρίδα τους
νεοελλ.
χώρα υπανάπτυκτη η οποία υπάγεται στην κυριαρχία κάποιας δύναμης.

Dictionary of Greek. 2013.